Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΠΟΙΗΣΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 7 Μαΐου 2008

Edgar Allan Poe - Το Κοράκι


Κάποια φορά, μεσάνυχτα, ενώ εμελετούσα κατάκοπος κι αδύναμος ένα παλιό βιβλίο μιας επιστήμης άγνωστης, άκουσα ένα κρότο σα να χτυπούσε σιγανά κανείς στη ξώπορτά μου. "Κανένας ξένος", σκέφτηκα "οπού χτυπά τη πόρτα, τούτο θα είναι μοναχά και όχι τίποτ' άλλο".

Θυμάμαι ήταν στον ψυχρό και παγερό Δεκέμβρη και κάθε λάμψη της φωτιάς σα φάντασμα φαινόταν. Ποθούσα το ξημέρωμα, μάταια προσπαθούσα να δώσει με παρηγορία στη λύπη το βιβλίο, για τη γλυκιά Ελεονόρα μου, την όμορφη τη κόρη όπως οι αγγέλοι τη καλούν, ενώ εδώ δεν έχει για πάντα ούτε όνομα.

Και τ' αλαφρό μουρμουρητό που κάναν οι κουρτίνες με άγγιζε, με γέμιζε με τρόμους φανταχτούς, και για να πάψει τ' άγριο το χτύπημα η καρδιά μου σηκώθηκα φωνάζοντας: "Θα είναι κάποιος ξένος όπου ζητά να κοιμηθεί έδω στη κάμαρά μου αυτό θα είναι μοναχά και περισσότερο όχι".

Τώρα μου φάνηκε η ψυχή πιο δυνατή για τούτο, "Κύριε" είπα, "ή Κυρά, ζητώ να συγχωρείστε, γιατί εγώ ενύσταζα κι ο κρότος ήταν λίγος, ήσυχος, που δεν άκουσα εάν χτυπά η πόρτα" κι άνοιξα στους αγέρηδες ορθάνοιχτη τη πόρτα σκοτάδι ήταν γύρω μου και όχι τίποτ' άλλο.

Μες στο σκοτάδι στάθηκα ώρα πολλή μονάχος, γεμάτος τρόμους κι όνειρα που πρώτη φορά τότε η λυπημένη μου ψυχή στα βάθη της επήρε, μα η σιγή ήταν άσωστη και το σκοτάδι μαύρο κι "Ελεονόρα" μοναχά ακούγονταν η ηχώ από τη λέξη που 'βγαινε απ' τα ανοιχτά μου χείλη. Αυτό μονάχα ήτανε και όχι τίποτ' άλλο.

Γυρίζοντας στη κάμαρα με μια καρδιά όλο φλόγα, άκουσα πάλι να χτυπούν πιο δυνατά από πρώτα. "Σίγουρα κάποιος θα χτυπά από το παραθύρι, ας πάω να δω κι ας λύσω πια ετούτο το μυστήριο, ας ησυχάσει η μαύρη μου καρδιά και θα το λύσω, θα είναι οι αγέρηδες και όχι τίποτ' άλλο.

'Ανοιξα το παράθυρο κι ένα κοράκι μαύρο με σχήμα μεγαλόπρεπο στη κάμαρα μου μπήκε και χωρίς διόλου να σταθεί ή ν' αμφιβάλλει λίγο, επήγε και εκάθισε στη πέτρινη Παλλάδα απάνω από τη πόρτα μου, γιομάτο σοβαρότη. Κουνήθηκεν, εκάθισε και όχι τίποτ' άλλο.

Το εβενόχρωμο πουλί που σοβαρό καθόταν τη λυπημένη μου ψυχή έκανε να γελάσει. "Χωρίς λοφίο", ρώτησα, "κι αν είν' η κεφαλή σου δεν είσαι κάνας άνανδρος, αρχαϊκό κοράκι, που κατοικείς στις πένθιμες ακρογιαλιές της Νύχτας; Στ' όνομα της Πλουτωνικής της Νύχτας, τ' όνομά σου!" Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από 'δω και πια".

Ξεπλάγηκα σαν άκουσα το άχαρο πουλί ν' ακούει τόσον εύκολα τα όσα το ρωτούσα αν κι η μικρή απάντηση που μου 'δωσε δεν ήταν καθόλου ικανοποιητική στα όσα του πρωτόπα, γιατί ποτέ δεν έτυχε να δεις μες στη ζωή σου ένα πουλί να κάθεται σε προτομή γλυμμένη απάνω από τη πόρτα σου να λέει: "Ποτέ πια".

Μα το Κοράκι από κει που ήταν καθισμένο δεν είπε άλλη λέξη πια σα να 'ταν η ψυχή του από τις λέξεις: "Ποτέ πια", γεμάτη από καιρό. Ακίνητο καθότανε, χωρίς ένα φτερό του να κινηθεί σαν άρχιζα να ψιθυρίζω αυτά: "Τόσοι μου φίλοι φύγανε ως και αυτές οι Ελπίδες κι όταν θε να 'ρθει το πρωΐ κι εσύ θε να μου φύγεις". Μα το πουλί απάντησε: "Ποτέ από δω και πια".

Ετρόμαξα στη γρήγορη απάντηση που μου 'πε πάντα εκεί ακίνητο στη προτομήν απάνω. "Σίγουρα" σκέφτηκα, "αυτό που λέει και ξαναλέει θα είναι ό,τι έμαθε από τον κύριό του που αμείλικτη η καταστροφή θα του κοψ' το τραγούδι που θα 'λεγεν ολημερίς και του 'καμε να λέει λυπητερά το "Ποτέ πια" για τη χαμένη ελπίδα".

Μα η θέα του ξωτικού πουλιού μ' έφερε γέλιο κι αρπάζοντας το κάθισμα εκάθισα μπροστά του και βυθισμένος σ' όνειρα προσπάθησα να έβρω τι λέει με τη φράση αυτή, το μαύρο το Κοράκι, το άχαρο, τ' απαίσιο, ο τρόμος των ανθρώπων, σαν έλεγε τις θλιβερές τις λέξεις: "Ποτέ Πια!".

Κι έτσι ακίνητος βαθιά σε μαύρες σκέψεις μπήκα χωρίς μια λέξη μοναχά να πω εις το Κοράκι που τα όλο φλόγα μάτια του μες στη καρδιά με καίγαν. Έτσι σκεφτόμουν έχοντας στο βελουδένιο μέρος του παλαιού καθίσματος γερμένο το κεφάλι, στο μέρος που το χάϊδευαν η λάμψη της καντήλας, εκεί όπου η αγάπη μου δε θ' ακουμπήσει πια!

Τότε ο αγέρας φάνηκε σα να 'ταν μυρωμένος από 'να θυμιατήριο αόρατο που αγγέλοι και Σεραφείμ το κούναγαν και τ' αλαφρά τους πόδια ακούγονταν στο μαλακό χαλί της κάμαράς μου. "Ναυαγισμένε" φώναξα, "αναβολή σου στέλνει με τους αγγέλους, ο Θεός και μαύρη λησμοσύνη για τη χαμένη αγάπη σου την όμορφη Λεονόρα. Πιες απ' το μαύρο το πιοτό της Λήθης και λησμόνα εκείνην όπου χάθηκε". Και το Κοράκι είπε: "Ποτέ από δω και πια!".

Είπα: "Προφήτη των κακών, είτε πουλί είτε δαίμων είτε του μαύρου πειρασμού αποσταλμένε συ είτε στης άγριας θύελλας το μάνιασμα χαμένε, αλλ' άφοβε, στον κόσμο αυτόπου κατοικεί ο Τρόμος, πες μου με ειλικρίνεια, υπάρχει δω στον κόσμο της λύπης κανά βάλσαμο που δίνει η Ιουδαία; Πες μου!", μα κείνο απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Προφήτη", είπα, "δαίμονα, της Συφοράς πουλί, Προφήτης όμως πάντοτε, στον Ουρανό σ' ορκίζω, που απλώνεται από πάνω μας παρηγορήτρα αψίδα, εις του Θεού το όνομα που οι δυο μας τον λατρεύουν, πες μου αν στον Παράδεισο θε ν' αγκαλιάσω κείνη, εκείνη που οι άγγελοι τη λεν Ελεονόρα"; Και το κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

"Ας γίν' η μαύρη φράση σου το σύνθημα να φύγεις", εφώναξα αγριωπός πηδώντας κει μπροστά του. "Πήγαινε πάλι να χαθείς στην άγρια καταιγίδα ή γύρνα στις ακρογιαλιές της Πλουτωνείου Νύχτας ούτ' ένα μαύρο σου φτερό δε θέλω δω ν' αφήσεις ενθύμηση της φράσης σου της ψεύτικης και πλάνας βγάλ' απ' τη δόλια μου καρδιά το ράμφος που 'χεις μπήξει και σύρε τη φανταστική μορφή σου στα σκοτάδια!" Και το Κοράκι απάντησε: "Ποτέ από δω και πια!".

Και το Κοράκι ακίνητο στη προτομή όλο μένει, στης Αθηνάς τη προτομή απάνω από τη πόρτα και τ' αγριωπά τα μάτια του σα του Διαβόλου μοιάζουν όταν μονάχος σκέφτεται. Και το θαμπό λυχνάρι ρίχνει σκια στο πάτωμα σαν πέφτει στο Κοράκι. Και η ψυχή μου ανήμπορη δε θα μπορέσει πια να βγει απ' τον αμφίβολο τον κύκλο της Σκιάς που φαίνεται στο πάτωμα. Ποτέ από δω και πια!

Μετάφραση: Κώστας Ουράνης

Παρασκευή 2 Μαΐου 2008

ΤΗΣ ΩΡΙΜΗΣ ΗΔΟΝΗΣ-ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Και τότε βγήκα απ' το όνειρο του ύπνου
δίχως ύπνο κι ήμουν σε χώρα δίχως σύνορα,
και δίχως καταδότες. Σε δρόμο που μου μέλλεται
περπάτησα δίχως του κράτους την τιμή,
την τάξη, την ασφάλεια. Σαν να 'μουν άφθαρτος
έτσι όπως την έπλασα την πόλη μου λαθραία,
πόλη γλυκειά, φιλόξενη στον κάθε μετανάστη
και ξάφνου εκεί που κοίταζα δίχως να ξεχωρίζω
τις φυλές, τις γλώσσες, τις θρησκείες, ένιωσα
πως ήμουνα πουλί, γνώριζα να πετώ. Ήμουν
ελεύθερος, χωρίς λουρί, χωρίς θηλειά, αδέσποτο
σκυλί να τριγυρνώ χωρίς το φόβο μη γλιστρήσω
στον παλιό ρυθμό. Κατάσαρκα γυμνός, χωρίς
κορσέ, χωρίς δεσμά, έτσι όπως την έφτιαξα
την πόλη μου, έξω από κάθε νόμο.

ΜΙΧΑΛΗΣ ΠΙΕΡΗΣ
Τόποι Γραφής

Τετάρτη 30 Απριλίου 2008

Ρόμπερ Ντέσνος. Οι εκτάσεις του ύπνου. (Απόσπασμα)

Εσύ η παρούσα στα όνειρα,που μονάχα να σε μαντεύω αφήνεις και δεν μου φανερώνεσαι.

Εσύ η άπιαστη σ΄όνειρο και πραγματικότητα.

Εσύ που από το να σε θέλω τόσο μου ανήκεις,αλλά το πρόσωπό σου δεν το πλησιάζεις στο δικό μου παρά μόνο όταν κλείνω τα μάτια,σ΄όνειρο και πραγματικότητα.





Τ Ο Μ Ο Ν Ο Γ Ρ Α Μ Μ Α ΙV

Ο Δ Υ Σ Σ Ε Α Σ Ε Λ Υ Τ ΗΣ:

Είναι νωρίς ακόμη μές στόν κόσμο αυτόν,μ’ ακούς
Δέν έχουν εξημερωθεί τά τέρατα μ’ ακούς
Τό χαμένο μου τό αίμα καί τό μυτερό,μ’ ακούς
Μαχαίρι

Σάν κριάρι πού τρέχει μές στούς ουρανούς
Καί τών άστρων τούς κλώνους τσακίζει, μ’ ακούς
Είμ’εγώ, μ’ ακούς

Σ’ αγαπώ, μ’ ακούς
Σέ κρατώ καί σέ πάω καί σού φορώ
Τό λευκό νυφικό τής Οφηλίας, μ’ ακούς
Πού μ’αφήνεις,πού πάς καί ποιός, μ’ ακούς

Σού κρατεί τό χέρι πάνω απ’ τούς κατακλυσμούς
Οί πελώριες λιάνες καί τών ηφαιστείων οί λάβες

Θά’ ρθει μέρα, μ’ ακούς
Νά μάς θάψουν κι οί χιλιάδες ύστερα χρόνοι

Λαμπερά θά μάς κάνουν περώματα, μ’ ακούς
Νά γυαλίσει επάνω τούς η απονιά, ν’ ακούς
Τών ανθρώπων
Καί χιλιάδες κομμάτια νά μάς ρίξει
Στά νερά ένα-- ένα, μ’ ακούς
Τά πικρά μου βότσαλα μετρώ, μ’ ακούς
Κι είναι ο χρόνος μιά μεγάλη εκκλησία, μ’ ακούς
Όπου κάποτε οί φιγούρες Τών Αγίων
βγάζουν δάκρυ αληθινό, μ’ ακούς

Οί καμπάνες ανοίγουν αψηλά, μ’ ακούς
Ένα πέρασμα βαθύ νά περάσω
Περιμένουν οί άγγελοι μέ κεριά καί νεκρώσιμους ψαλμούς
Πουθενά δέν πάω, μ’ ακους
Ή κανείς ή κι οί δύο μαζί, μ’ ακούς
Τό λουλούδι αυτό τής καταιγίδας καί μ’ ακούς
Τής αγάπης
Μιά γιά πάντα τό κόψαμε
Καί δέν γίνεται ν’ανθίσει αλλιώς, μ’ ακούς
Σ’ άλλη γή, σ’ άλλο αστέρι, μ’ ακούς
Δέν υπάρχει τό χώμα δέν υπάρχει ο αέρας
Πού αγγίξαμε, ο ίδιος, μ’ ακούς
Καί κανείς κηπουρός δέν ευτύχησε σ’ άλλους καιρούς
Από τόσον χειμώνα κι από τόσους βοριάδες, μ’ ακούς
Νά τινάξει λουλούδι, μόνο εμείς, μ’ακούς
Μές στή μέση τής θάλασσας
Από τό μόνο θέλημα τής αγάπης, μ’ακούς
Ανεβάσαμε ολόκληρο νησί, μ’ακούς
Μέ σπηλιές καί μέ κάβους κι ανθισμένους γκρεμούς
Άκου, άκου
Ποιός μιλεί στά νερά καί ποιός κλαίει -- ακούς;
Είμ’ εγώ πού φωνάζω κι είμ’ εγώ πού κλαίω, μ’ ακούς
Σ’ αγαπώ, σ’ αγαπώ, μ’ ακούς.


Τρίτη 29 Απριλίου 2008

Η συνεστίαση

Η συνεστίαση

Με το δάχτυλο δείχναμε τον απόντα
που ντράπηκε να εμφανιστεί στη γιορτή μας
τη νύχτα που τ' ανθρωποβροχι
κατέκλυζε τη μνήμη
την κομματιασμένη σε χιλιάδες βότσαλα.

Εγώ κι εσύ, ακριβέ μου φίλε
ανασυνθέταμε την υστεροφημία μας
που έπασχε απο άμπωτη και πλημμυρίδα
στον κόλπο των ποτηριών.

Τα ανασηκωμένα μανίκια
συμβόλιζαν τη δύναμη που ονειρευτηήκαμε

το ανεπαίσθητο χαμόγελο
βάρυνε από τα πολλά δήθεν

και τα λόγια μας,
απορροφουσε,
ο τρόπος της μιλιάς μας

Το μάταιο όμως,
σε σύγκριση με την όλη παρουσία,
χανεται,
μεταμορφώνεται σε όλον.

Τι συμβουλή να μου δώσεις,
και πώς να σου χαρίσω
ολάκερο δέντρο με τις ρίζες του;
Ο καθένας μας κι ένα εποχιακό φυτό.
Μόνο τ' ανθρωποβρόχι
κατακλύζει τη μνήμη μας,
κι εύχομαι αν δεν μας πνίξει
σ' ένα ερημονήσι να σε βρω.

Κυριακή 27 Απριλίου 2008

ΑΝΟΙΞΗ

Αρχή με την ΑΝΟΙΞΗ του αγαπημένου μας Καρυωτάκη.
Λόγω εποχής,προσωπικού γούστου αλλά και ψαρέματος αναγνωστών!!!



Ετσι τους βλέπω εγώ τους κήπους.

Στον κήπο απόψε μου μιλεί μια νέα μελαγχολία.
Βυθίζει κάποια μυγδαλιά τον ανθοχαμόγελό της
στου βάλτου το θολό νερό. Και η θύμηση τής νιότης
παλεύει τόσο θλιβερά την άρρωστη ακακία...

Εξύπνησε μια κρύα πνοή μες στη σπασμένη σέρα,
όπου τα ρόδα είναι νεκρά και κάσα η κάθε γάστρα.
Το κυπαρίσσι, ατελείωτο σα βάσανο, προς τ' άστρα
σηκώνει τη μαυρίλα του διψώντας τον αέρα.

Και πάνε, πένθιμη πομπή λες, της δεντροστοιχίας
οι πιπεριές και σέρνονται τα πράσινα μαλλιά τους.
Οι δύο λατάνιες ύψωσαν μες στην απελπισία τους
τα χέρια. Κι είναι ο κήπος μας κήπος μελαγχολίας.